Nouns Ending in -οs
  • ending in -ός with the stress on the final syllable
Singular Plural
Nominative πολιτισμός πολιτισμοί
Accusative πολιτισμό πολιτισμούς
Genitive πολιτισμού πολιτισμών
Vocative πολιτισμέ πολιτισμοί

Nouns declined like (πολιτισμός - civilization):

αδελφός - brother
αετός - eagle
ανιψιός - nephew
αριθμός - number
ατμός - vapor
βιασμός - rape
γιος - son
γκρεμός - cliff
δαυλός - torch (fire)
εχθρός - enemy
θαυμασμός - admiration
θεσμός - institution
θυμός - anger
ιός - virus
ισθμός - isthmus
ιστός - web (of spider)
καιρός - weather
κανονισμός - rule (regulation)
καρπός - nut (of tree)
κωδικός - code
λαιμός - neck
λαός - (the) people
λιμός - famine
λογαριασμός - account
ναός - temple
ορισμός - definition (in dictionary)
ουρανός - sky
πειρασμός - temptation
πηλός - clay (pottery)
πυρετός - fever
ρυθμός - rhythm
σεισμός - earthquake
σκοπός - goal (objective, aim)
σταθμός - station (bus)
στρατηγός - general (rank in army)
στρατός - army
φακός - lens
χαλκός - copper (chemistry)
χαμός - death (doom)
χορός - dance
ωκεανός - ocean

  • ending in -ος with the stress on the penultimate syllable
Singular Plural
Nominative κήπος κήποι
Accusative κήπο κήπους
Genitive κήπου κήπων
Vocative κήπε κήποι

Nouns declined like (κήπος - garden):

γάμος - marriage
δίσκος - disk
δήμος - borough
δρόμος - road
ζήλος - zeal
ήχος - sound
θείος - uncle
θρύλος - legend (story)
κάδος - pail (receptacle)
καρκίνος - cancer
κόσμος - the world
κύκλος - circle
κώνος - cone
λάκκος - hole (in the ground)
λίθος - gem/stone
λόγος - word, reason (cause)
λύκος - wolf
μάγος - magician
μύθος - myth
νόμος - law
όγκος - tumor
όρκος - oath
όρος - term (word or phrase)
πάγος - ice
πάτος - bottom (of container, ocean, well, etc.)
πιγκουίνος - penguin
πόθος - lust
πόνος - pain, ache
πύργος - tower (fortress)
σκύλος - dog
σπόρος - seed (of a plant)
στάβλος - barn
στόκος - stucco
στόλος - fleet
στόχος - target (in shooting)
στύλος - pillar
ταύρος - bull
τάφος - grave (burial place)
τάφρος - moat
τίτλος - title
τοίχος - wall
τρόπος - way, manner
ύπνος - sleep
φάρος - lighthouse
φθόνος - jealousy
φίλος - (male) friend
φόβος - fear
φόνος - murder
χώρος - space, room (three-dimensional space)
χρόνος - time (concept of time)

Singular Plural
Nominative άνθρωπος άνθρωποι
Accusative άνθρωπο ανθρώπους
Genitive ανθρώπου ανθρώπων
Vocative άνθρωπε άνθρωποι

Nouns declined like (άνθρωπος - human):

άγγελος - angel
άνεμος - wind
δάσκαλος - teacher
διάβολος - devil
εγκέφαλος - brain
θάλαμος - cubicle (in office)
θάνατος - death
θόρυβος - noise (a particular noise)
κύριος - sir
παράδεισος - paradise, heaven
πόλεμος - war
σίδηρος - iron
υπάλληλος - employee
ύφαλος - (coral) reef
φάκελος - folder

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License